Πού πας, στρατιώτη, με το γέλιο καρφιτσωμένο στο πέτο του αμπέχονου; Πού πας, στρατιώτη, με τον ενθουσιασμό πλημμύρα στην καρδιά σου; Πού πας με τον γυλιό γιομάτον όνειρα στραφτερά;
"Το ξέρεις για πού τραβώ και μη ρωτάς;"
"Για πού;"
"Για την τιμή της πατρίδας πάω, διαβάτη".

Ο λόχος κουρνιάζει σ' ένα ξάγναντο. Απόκανε και γυρεύει να ξεκουραστεί. Να πάρει ανάσα. Πέρασε λίγη ώρα. Απ' τη βίγλα ο σκοπός φωνάζει:
"Κύριε λοχαγέ, βλέπω καμιά δεκαριά Ιταλούς που ξέκαναν κατά 'δω!...".
Κι ο λοχαγός ατάραχος: "Περίμενε να γίνουν πολλοί".
Ύστερα από λίγο:
"Κύριε λοχαγέ, θά 'ναι καμιά εικοσαριά!"
Κι ο λοχαγός:
"Είπα: να γίνουν πολλοί", τον κόβει αυστηρά.
Περίμενε ο σκοπός, περίμενε όσο μπορούσε πιο πολύ και φωνάζει πάλι:
"Κύριε λοχαγέ, θα γίναν καμιά ογδονταριά, τώρα!..."
Τότε ο λοχαγός ορθώνεται, ξεθηκαρώνει το πιστόλι, σηκώνει τ' οπλισμένο χέρι και βροντά π φωνή του:
"Αέρα, παλικάρια μου!..." κι ορμά μπροστά.
0 λόχος ορθοπατά μεμιάς.
"Αέρα!..." αντιβουίζουν το φαράγγια. Πέφτουν πάνω τους σαν αστροπελέκι και τους τσακίζουν.

Τα κείμενα στο "Που πας στρατιώτη" γράφτηκαν από τον συγγραφέα Γρηγόρη Σταγέα