Ανέβα στη στέγη να φάμε το σύννεφο

Γιάννης Ξανθούλης

Στην Τσιμεντούπολη τα πάντα είναι γκρίζα από το πολύ τσιμέντο και δεν υπάρχει καθόλου πράσινο. Η Αννούλα, ένα κοριτσάκι, επαναστατεί και τη μέρα της γιορτής του Τσιμέντου δραπετεύει στις στέγες των σπιτιών. Δεν θέλει να κατέβει ξανά στην πόλη, αν δεν αλλάξει η κατάσταση. Στις στέγες θα βρει την γιαγιά της που έχει πεθάνει και θα γίνει φίλη με ένα ξωτικό, τον Βαγγελάκη. Συντροφιά με τον Βαγγελάκη συναντούν παλιά Χριστούγεννα και παλιές Κυριακές, πουλιά και αεροπλάνα. Όταν ο Δήμαρχος της Τσιμεντούπολης αποφασίζει να ανέβει ο ίδιος στις στέγες για να μπορέσει να βρει την Αννούλα, η συνάντησή του με το Μαύρο Σύννεφο θα αλλάξει πολλά.

Οι Δραπέτες της σκακιέρας

Ευγένιος Τριβιζάς

Ένα βράδυ, στην άκρη μιας παλιάς σκακιέρας, συναντιούνται κρυφά η λευκή βασίλισσα και ένας μαύρος αξιωματικός και δραπετεύουν από τη σκακιέρα με το τρένο των πλήκτρων, ακολουθώντας το ασημένιο μονοπάτι μιας φεγγαραχτίδας. Χωρίς τον μαύρο αξιωματικό και τη λευκή βασίλισσα, το παιχνίδι δεν μπορεί να συνεχιστεί. Τα υπόλοιπα πιόνια είναι αποφασισμένα να βρουν και να τιμωρήσουν σκληρά τους ασυλλόγιστους δραπέτες. Έτσι, ξεκινάει μια συναρπαστική περιπέτεια σε κόσμους μαγικούς και τόπους μακρινούς, καθώς κυνηγημένα από ένα γεράκι χωρίς σκιά, τα δύο παράτολμα πιόνια προσπαθούν να βρουν τον γλάρο των ονείρων, που θα τα οδηγήσει στην επτάχρωμη πύλη του ουράνιου τόξου.
«Όλοι κάποιες στιγμές νιώθουμε την ανάγκη να δραπετεύσουμε από την καθημερινότητά μας και τους ρόλους που είτε μας έχουν επιβάλει άλλοι είτε έχουμε επιβάλει οι ίδιοι στον εαυτό μας. Κι αν δεν το κάνουμε, το φανταζόμαστε. Γι’ αυτό κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, είμαστε όλοι μας δραπέτες κάποιας σκακιέρας».

Μολυβένιος στρατιώτης

Χανς Κρίστιαν Άντερσεν

Μια φορά και έναν καιρό, ήταν 25 στρατιωτάκια, όλα φτιαγμένα στο ίδιο καλούπι από μια παλιά μολυβένια κουτάλα. Ο τεχνίτης τα είχε ζωγραφίσει πολύ όμορφα! Είχε κάνει κόκκινες τις στολές τους και μαύρα τα παντελόνια τους και πράσινα τα καπελάκια τους με ένα κόκκινο φτερό.
Το ένα όμως στρατιωτάκι από λάθος είχε μόνο ένα πόδι. Παρόλα αυτά το κουτσό στρατιωτάκι στεκόταν όρθιο όπως τα αλλά που είχαν δυο πόδια. Ο τεχνίτης ενθουσιασμένος από τους μικρούς στρατιώτες που έφτιαξε τους αράδιασε στη βιτρίνα του μαγαζιού με τέτοιο τρόπο που έδιναν την εικόνα ενός μικρού στρατού.
Κάποια μέρα ένα ανδρόγυνο αφού θαύμασε αρκετή ώρα την βιτρίνα με τα στρατιωτάκια μπήκε στο μαγαζί και τα αγόρασε όλα για να τα κάνει δώρο στη γιορτή του μικρού τους γιου. Ο μικρός μόλις άνοιξε το κουτί και αντίκρισε το μικρό στρατό έβγαλε μια φωνή από την χαρά του.
“Αχού τι ωραία στρατιωτάκια, σας ευχαριστώ που για το δώρο, θα τα βάλω αμέσως κάτω να παίξω. “