ΔΩΣΕ ΜΟΡΦΗ – ΔΩΣΕ ΑΓΑΠΗ

Έκθεση καλλιτεχνικών δημιουργημάτων με βάση το ξύλο

Μια προσφορά ΑΓΑΠΗΣ για την ΚΙΒΩΤΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ

ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΑΚΟΥΣΕΤΕ ΤΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΠΟΥ ΓΡΑΨΑΜΕ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΙΒΩΤΟ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
ΠΑΤΗΣΤΕ ΣΤΗΝ ΕΙΚΟΝΑ ΓΙΑ ΝΑ ΔΕΙΤΕ ΤΟ ΔΙΑΦΗΜΙΣΤΙΚΟ VIDEO ΠΟΥ ΕΠΑΙΞΕ ΣΕ ΠΑΝΝΕΛΗΝΙΑ ΕΜΒΕΛΕΙΑ

Ματίας ο πρώτος

Ο Βασιλιάς μιας φανταστικής χώρας πεθαίνει. Τον διαδέχεται ο δεκάχρονος μοναχογιός του Ματίας. Η βασίλισσα έχει πεθάνει από καιρό κι έτσι την ανατροφή του παιδιού την αναλαμβάνει μια αυστηρή δασκάλα. Ο Ματίας είναι μόνο τυπικά βασιλιάς. Στην πραγματικότητα κυβερνούν οι υπουργοί του και τον βάζουν να υπογράφει ό,τι θέλουν, ακόμα και την κήρυξη πολέμου σε μια γειτονική χώρα.
Ο Ματίας πλήττει και κρυφοκοιτάζει από το παράθυρό του τα παιδιά στο διπλανό πάρκο. Ανάμεσά τους είναι και ο Τίτος, ο γιος του μάγειρα του παλατιού, που γρήγορα πιάνει φιλία με το βασιλόπουλο και του αποκαλύπτει πως γίνεται πόλεμος. Ο Ματίας δεν έχει ιδέα, γιατί τα χαρτιά που του δίνουν για υπογραφή δε τα διαβάζει καν.
Τα δυο παιδιά αποφασίζουν να πάνε στο μέτωπο. Όταν φτάνουν στα χαρακώματα, καταλαβαίνουν πως ο πόλεμος δεν είναι όπως στα βιβλία.
Γυρνούν πίσω για να υπογράψει ο Ματίας ειρήνη. Αποφασίζουν να αναλάβουν μαζί με άλλα παιδιά τη διακυβέρνηση της χώρας και να στείλουν τους μεγάλους στο σχολείο. Ανακηρύσσουν την Παιδοκρατία με πρόεδρο το Ματία. Οι “βουλευτές” συζητούν ελεύθερα και ψηφίζουν νόμους που ευνοούν τα παιδιά. Τα θαλασσώνουν όμως όλοι: οι μεγάλοι γιατί έχουν ξεχάσει τι θα πει σχολείο και τα παιδιά γιατί δεν έχουν γνώσεις και πέφτουν σε γκάφες. Οι καθαιρεμένοι υπουργοί κυκλώνουν το παλάτι όπου συνεδριάζουν τα παιδιά. Οι “βουλευτές” καταλαβαίνουν πως πρέπει να παραιτηθούν, να πάνε σχολείο και αργότερα, όταν θα’ ναι έτοιμοι, να κυβερνήσουν δίκαια και σωστά “σαν μεγάλοι που δεν ξεχνάνε πως ήταν κάποτε παιδιά»

«Ό,τι μας απαγορεύουν, εκείνοι το κάνουν. Εμείς για όλα πρέπει να ρωτάμε τους μεγάλους, εκείνοι μας ρωτούν για τίποτα; Μας λένε: Όταν μιλούν οι μεγάλοι, τα παιδιά σωπαίνουν. Γιατί δηλαδή; Εμείς δεν είμαστε άνθρωποι; Δεν έχουμε γνώμη; Δεν έχουμε απόψεις; Δεν έχουμε δικαιώματα»;

Ανέβα στη στέγη να φάμε το σύννεφο

Γιάννης Ξανθούλης

Στην Τσιμεντούπολη τα πάντα είναι γκρίζα από το πολύ τσιμέντο και δεν υπάρχει καθόλου πράσινο. Η Αννούλα, ένα κοριτσάκι, επαναστατεί και τη μέρα της γιορτής του Τσιμέντου δραπετεύει στις στέγες των σπιτιών. Δεν θέλει να κατέβει ξανά στην πόλη, αν δεν αλλάξει η κατάσταση. Στις στέγες θα βρει την γιαγιά της που έχει πεθάνει και θα γίνει φίλη με ένα ξωτικό, τον Βαγγελάκη. Συντροφιά με τον Βαγγελάκη συναντούν παλιά Χριστούγεννα και παλιές Κυριακές, πουλιά και αεροπλάνα. Όταν ο Δήμαρχος της Τσιμεντούπολης αποφασίζει να ανέβει ο ίδιος στις στέγες για να μπορέσει να βρει την Αννούλα, η συνάντησή του με το Μαύρο Σύννεφο θα αλλάξει πολλά.

Οι Δραπέτες της σκακιέρας

Ευγένιος Τριβιζάς

Ένα βράδυ, στην άκρη μιας παλιάς σκακιέρας, συναντιούνται κρυφά η λευκή βασίλισσα και ένας μαύρος αξιωματικός και δραπετεύουν από τη σκακιέρα με το τρένο των πλήκτρων, ακολουθώντας το ασημένιο μονοπάτι μιας φεγγαραχτίδας. Χωρίς τον μαύρο αξιωματικό και τη λευκή βασίλισσα, το παιχνίδι δεν μπορεί να συνεχιστεί. Τα υπόλοιπα πιόνια είναι αποφασισμένα να βρουν και να τιμωρήσουν σκληρά τους ασυλλόγιστους δραπέτες. Έτσι, ξεκινάει μια συναρπαστική περιπέτεια σε κόσμους μαγικούς και τόπους μακρινούς, καθώς κυνηγημένα από ένα γεράκι χωρίς σκιά, τα δύο παράτολμα πιόνια προσπαθούν να βρουν τον γλάρο των ονείρων, που θα τα οδηγήσει στην επτάχρωμη πύλη του ουράνιου τόξου.
«Όλοι κάποιες στιγμές νιώθουμε την ανάγκη να δραπετεύσουμε από την καθημερινότητά μας και τους ρόλους που είτε μας έχουν επιβάλει άλλοι είτε έχουμε επιβάλει οι ίδιοι στον εαυτό μας. Κι αν δεν το κάνουμε, το φανταζόμαστε. Γι’ αυτό κατά κάποιον τρόπο, λοιπόν, είμαστε όλοι μας δραπέτες κάποιας σκακιέρας».